Tεμαχίζομαι από στήθος αόμματη


Κατοικώ σ’ ένα διαιρεμένο μάτι
που δε με βλέπει πια μες στην κατήφεια που κρέμομαι
και πως δεν αντέχω να μη με βλέπει κάπως
που του χαρίζω δύο πόδια για την απουσία του θεού
που το βοηθώ να πιάνεται στο φευγαλέο μου κεφάλι
μετακινώντας το αίμα, δυο τρεις αβύσσους παραπέρα
Το αίμα δαγκώνει, ολημέρα δαγκώνει
τους λαβύρινθους των ματιών
-δεν έχω μάτια
τεμαχίζομαι από στήθος αόμματη
«..Δώστε μου ένα μέρος να κοιτάω
Ξεχάστε με στη θάλασσα..»

Θόδωρος Αγγελόπουλος


Είπες: Εδώ στο κέντρο της δημοσιάς
θα σπείρω θάλασσα άκοπη, ναι κατάχαμα θα τη σπείρω
να ‘ρχονται οι άνθρωποι αύριο, στο μέλλον
ν’ ακούνε την έγνοια των ματιών μου
Κι ως πήρες πλήθος άντρες και γυναίκες που έμοιαζαν
σ΄ ένα ταξίδι της
κι εκεί που έλεγες
Δώστε μου ένα μέρος να κοιτάω
Ξεχάστε με στη θάλασσα
η παγίδα ολόκληρη ή κομμάτια στην τσέπη του σακακιού
-το σώμα πρώτο καταγής
Και στη μέση του βάθους που έριχνες τη σπορά
το σγουρό αλογάκι σου κόκκινο, κόκκινο
να τρέχει ακίνητο
-ανάγκη που μου ‘ρχόταν να κλάψω
ανάγκη μια αιωνιότητα και μία μέρα


Αυτή η ποίηση του καιρού, ουρλιάζει
αφάνταστα τον αέρα
παγιδεύοντας την πτώση της θερμοκρασίας, το κορμί
δακρύζει από χιόνι
πιάνω το χιόνι στο μαύρο μου φουστάνι, εκείνο
πάλι στάζει αίμα
ευτύχημα που τα μάτια μέσα στο μαύρο δε χωρούν