Έτσι θα κυλήσει τούτη η Άνοιξη


 




..και οι σταυροί να δίνουν
το φιλί
με θάνατο στο στόμα..

 

Ξύπνησε άσχημα τούτη η Άνοιξη
ακόμα και ο λύκος, ο διψασμένος για αίμα
με στόμα θαμπό γυρνάει να φύγει
απ’ τα κουφάρια που δε σπάραξαν τα σκυλιά
Κι ενώ τα ποδάρια του χάνονται απ’ το δικό μας καιρό
πολλά σκουλήκια μαζεύονται στο χώμα
τρίζουν τα χορτάρια
ένα μεγάλο δέντρο που το κρατάει ο ήλιος να μην πέσει
καθώς σημαίνει εσπερινός, από τις ρίζες χάνεται πεθαίνει
είδες πως βόγκηξε
σαν άνθρωπος περνά στη μνήμη

Και το φεγγάρι, που πύρωνε εδώ και χρόνια
τις φλέβες του νερού
στάζοντας έρωτα διψασμένο στα μάτια του ήλιου
βούλιαξε, κρύφτηκε του βυθού

 Κανείς απ’ τους σοφούς, που έμαθε τα λίγα γράμματα
να διηγιέται τις αλήθειες στα παιδιά
δεν τα λογάριασε για κίνδυνο, που φορτώνανε το δικό μας χώμα
με θάνατο από τα δόντια
κανείς δε μίλησε πιο χαμηλά δείχνοντας από ανατολή σε δύση
το φιλί που πρόδωσε όλα τα χείλια
μηδέ για τον ανομολόγητο φόβο
θεού, σαν σαΐτα τιναζόταν από την τελευταία προσευχή
φίδια, φαρμακερά ερπετά
μου φάγατε το θάνατο

Λίγοι αλλιώς τα δύσκολα θα λογαριάσουνε στη μνήμη
λίγοι αξομολόγητοι και ξομολογημένοι
χρόνια μετά θα αυλακώνουν καθαρά τις συνειδήσεις
με τη μεγάλη ταφή

Βάσταξε όσο μπορείς τούτη την Άνοιξη. Κι αν δε μπορείς
κι αν τύχει φλογισμένος να στριφογυρνάς
κοιτάζοντας κλειστά παράθυρα
-άραγε ο ήλιος ανεβαίνει ή λιγόστεψε από τον κάτω κόσμο-
τότε γύρεψε τη σφαίρα από το μάτι ενός λύκου
γύρεψε βρίζοντας σα σκύλος
στο θάνατο και στη ζωή

 

Δώδεκα παρά κάτι


 
 
 
Οι σταγόνες τον κύκλωναν, παίζοντας διαβολικά
με κάθε ακμή αιθρίας του
Ήσαν απόκοσμες, τρυπούσαν οποιαδήποτε αδυναμία
ιδιαίτερα παραμόρφωναν τα κόκκαλα, τα σκέβρωναν
που κάποτε πάλευαν μαζί τους
μπουσουλώντας ακόμα και στο χώμα
Άλλες πάλι κεντούσαν στίγματα στο σώμα
Δεν θ' αργούσαν να ξεγράψουν το αφορολόγητο της μνήμης

Πως να κατεβάσει με ιδρώτα κάθε νόημα υγρό, που προσβλέπει
δίχως άλλο στου νου του το βιός
να κατατροπώσει την ηδονή που ηχεί
στο δώδεκα παρά κάτι;

Ψάχνει απόκριση στον εαυτό

Έξω απ’ τον καιρό, μια σταγόνα χωρίς σώμα
στην ακροποταμιά
περπατά αργά ποτίζοντας το χορτάρι σώμα