Και τώρα ψυχή μου, που ήπιες όλο το νερό της λίμνης
και οδηγείς ένα πνεύμα στην απόκρυφη σκιά του αέρα
ζηλεύεις εκείνη τη γυναίκα, που μαζευόταν
κι απλωνόταν δίπλα στο γιαλό
να λέει τ' όνομά της
Αχ, όλες τις νύχτες της καταχνιάς
που οι ελπίδες ομολογούν χάος βαθύ ασάλευτο
στο βλέμμα
τη βλέπεις να τριγυρίζει πάντα μιλώντας
στο ίδιο μέρος
με τη γαλήνη που οι ποιητές σιωπούνε
-οι σάρκες της γραμμή το αίμα αφήνουν
Ακόμα και τους αναστεναγμούς της πώς θροούν
υγραίνοντας τη θάλασσα στο κύμα
παράξενο, με τι χλωμάδα στάζουν ρεύματα
ανάμεσα από τα δάκρυα που χύνει
Αχ ψυχή μου θαλασσάκι, φέρνω κοντά τα κύματα
τη θάλασσα να δείχνει εμένα


Την είδα να ξεπλένει τα σπλάχνα λίγο πριν πεθάνει
Ναι, είδα τη γυναίκα που μ' άρεσε να παίζω
ενεδρεύοντας στην ηδονή της
με αίμα κόκκινο του δαίμονα
Πώς χώριζε με αγαλλίαση το κορμί
στο αίμα του παιδιού ανάμεσα στους μηρούς
και στο φαγωμένο στήθος από άντρες εκφυλισμένους
καταργώντας δια παντός τη μητρότητα
Τα μάτια, τα 'λιωνε στην ιερή κοιλιά της
-άλλωστε έκρυβαν πολλούς ιδρώτες
και την εμπόδιζαν να βλέπει πια τους εμπαιγμούς
που ξαλαφρώνει άγρια η μοναξιά
Μόνο στις γάμπες άφησε τα γόνατα,
τις άσεμνες γάμπες που δεν κουράστηκαν ποτέ
ν' απλώνουν δηλητήριο σκοτωμένο στο γυναικείο της κρεβάτι
οι άντρες όλοι στρώνοντας
πενθούσα γη
Ναι. Μ' άρεσε τούτη η γυναίκα
πώς έκαμε τρεις γενεές κομμάτι το κορμί της
λίγο πριν πεθάνει


Πίνακας: Χρύσα Ν.


Έλεγε πως θα φύγει σφραγίζοντας τον πόνο
που την κατατρώει από τα πλάγια
σαπίζοντας το άπειρο της μοναξιάς της
Έκλεινε τα μάτια απειλώντας την ανηφόρα της θάλασσας
με πόλεμο και σφαγές, όλες υγρές απ' το σημαδεμένο της καρπό
-κάτω από το σώμα
παντού τα ίχνη σύρραξης για επαλήθευση
Δεν ήθελε να πλαγιάσει, ο ύπνος θα έσβηνε το πρόσωπο με χώμα
και τα μάτια της θ' αργοπέθαιναν
με χιλιάδες πράξεις αδιέξοδες
στο άσπρο τους σημάδι
Τα κουρασμένα μάτια της σιωπής, που μας κοίταξαν ξαφνικά
από το άπειρο δακρυσμένα
κι όλο μεγάλωναν μεγάλωναν σε τρεις σβησμένες θάλασσες
έπειτα πήραν ένα πουθενά
και τελείωσαν
Ξέρω πως λογάριαζε να φύγει την άλλη μέρα του καημού
Μα ήταν τυφλή
και λάθεψε κοιτάζοντας πάντα το ίδιο δάκρυ

ΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΑΣ



Το νερό άστραφτε φρεσκοπλυμένο
τριανταφυλλί πυρπολούσε το κύμα που στριμωχτήκαμε
κι ο ήλιος ν’ ανεμίζεται
σε δυο μεγάλες δροσοστάλες
Να γελούν οι σμαραγδένιες του πνοές
κι η θάλασσα να συγκρατεί φωτιά
Έτσι την αφήσαμε να ξημερώνει κάτω απ' τους ευκάλυπτους
είπαμε κάπου να τη φυλάξουμε
έτσι είπαμε, κοιτάζοντάς την να ευωδιάζει

Φωτιά, φωτιά λεπτή
αχ φωτιά μου, κρύβε τον κύκλο στα κορμιά

ΤΗΣ ΠΡΟΦΗΤΕΙΑΣ



ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Δε μίλησε κανείς. Έτσι άκουσα τα μάτια
που έταξες στη Ζοζέτ και στην ποίηση που με τρώει
θανάσιμα. Τάχα θα συναντηθούμε στα χαρτιά; Στοίβες
δουλεύω με μανία, στις 4 τα ξημερώματα
Αν υπήρχε δίπλα λίγη ωδή απ' το Μπετόβεν να γυρέψουμε
μια φλέβα, θα παραμερίζαμε τα χαρτιά ακούγοντας
την άλλη φωνή που απάγγελε τόσο απλά
τη θάλασσα της προφητείας. Θ' ακούγαμε και το θεό
που μετατόπιζε τον άνεμο φανερώνοντας στο τύμπανο την όψη
Και το χτύπο απ' τη στέγη, όπου πονώντας την ανάγκη του
ανάσαινε όλη τή νύχτα κρατώντας
Δε μίλησε κανείς. Με το θεό και τα μάτια σου
κοιτάζοντας τα τσακισμένα χέρια μου
Στο πάτωμα τα εκατό ποιήματα

Βουνά ορθώνονται ραγίζοντας το σπίτι,
να μετράνε όλα μαζί τις ώρες της ευαισθησίας μου
που να κρυφτώ
ανάμεσα σε τόσες εικόνες
θαρρείς πως πάλιωσαν ασήμαντες στο πάτωμα
που να κρυφτούμε
που έγινε η σιωπή αβάσταχτη χορεύοντας
στις χάρτινες γωνιές
Μέσα στα μάτια σου λεπτότατα τα φύλλα του θανάτου

Δε μίλησε κανείς. Ήταν παλιό και το παιδί
που έκοβε με τον αντίχειρα τις λέξεις
σωροί σφυρίζουνε στο μυστικό μου πάτωμα
σωροί απ' τα ρουθούνια πέφτουν, γυρεύοντας
τα όνειρα
σωροί να με ξαπλώνουν σε μέλλοντες αιώνες
Βαραίνουν τα προφητικά σου βλέφαρα
μη θέλοντας να σηκωθώ

Δε μίλησε κανείς. Τα κλειδιά επάνω στο γραφείο
στηριγμένα
Μες στη ντουλάπα του κρανίου μου
η προφητεία της Ζοζέτ


.........

Μέσα στα μάτια της όλα πάλευαν
με δυο ξυραφάκια ξεγυμνωμένα, σαν ανθισμένες μέδουσες
Η παλιά αναμονή, ο παιδικός της φόβος
τα πρώτα που χάθηκαν κι έπειτα μια απόσταση μεγάλη
ανάμεσα, ανυπόγραφη
Ποτέ δε μιλούσε γι' αυτά, έκρυβε το καθένα στης παρθενίας την ξηρασία
-τα ονόματα αραδιασμένα δεξιότερα στο στήθος του σύμπαντος-
να αγνοούνται κατευθείαν απ' την περίοδο της μήτρας
Πολλές φορές λαχταρούσε να τα υγράνει κάπως
να τα ξεδιπλώσει σιγά-σιγά στους βωμούς
σαν παιδούλα σχεδόν να τα διπλώσει ύστερα με θαύμα στη γέννα
Έστω για μια φορά, να ορθωθούν τα έμβρυα προκαλώντας
πράξεις στις εταίρες, αν ήθελαν και το σώμα
να τους το χαρίσει πέτρα πέτρα ως το θεό
-την ημέρα που θα θρυμματιστούν στην επαλήθευση του μυστηρίου
με κρίνους του θεού ή παίζοντας έναν πόνο
ύποπτο στο μέλλον
Δε μιλούσε στο τέλος, ούτε για τα συνηθισμένα
που πάντα την ακολουθούσαν αποκομμένα
κι ούτε ήθελε ποτέ τ' αυτιά της ν' ανταλλάξει
σε μεγάλες ώρες αναμονής
Εκείνη άλλωστε είχε φτάσει