Και τώρα ψυχή μου, που ήπιες όλο το νερό της λίμνης
και οδηγείς ένα πνεύμα στην απόκρυφη σκιά του αέρα
ζηλεύεις εκείνη τη γυναίκα, που μαζευόταν
κι απλωνόταν δίπλα στο γιαλό
να λέει τ' όνομά της
Αχ, όλες τις νύχτες της καταχνιάς
που οι ελπίδες ομολογούν χάος βαθύ ασάλευτο
στο βλέμμα
τη βλέπεις να τριγυρίζει πάντα μιλώντας
στο ίδιο μέρος
με τη γαλήνη που οι ποιητές σιωπούνε
-οι σάρκες της γραμμή το αίμα αφήνουν
Ακόμα και τους αναστεναγμούς της πώς θροούν
υγραίνοντας τη θάλασσα στο κύμα
παράξενο, με τι χλωμάδα στάζουν ρεύματα
ανάμεσα από τα δάκρυα που χύνει
Αχ ψυχή μου θαλασσάκι, φέρνω κοντά τα κύματα
τη θάλασσα να δείχνει εμένα

