Ανάμεσα σε δύο ένστικτα


Ώρα δώδεκα τη νύχτα. Με μάτια μισόκλειστα
κοιτάζει τ’ αδειανό παράθυρο ενός ξενοδοχείου
Στριμωγμένη ανάμεσα σε δύο ένστικτα 

Το ένα ξεθάβει από μέσα της εξάψεις άθεες που
απιστούν τη σιωπή που εξομολογείται
Ο ενικός της τρέμει πίσω απ’ το γυαλί, αν τον αγγίξεις κρυφά
σκίζεσαι εκ βαθέων, ματωμένος τρέχεις
Ξαφνικά τεντώνεται η γύμνια σε σταυρό
δρασκελά τον ύπνο του παράθυρου
Σκιά μεγεθυμένη το κορμί
πρόσωπο δεν υπάρχει
το πρόσωπο τ’ άφησε αδιάφορο να δίνει χρώμα στο παράθυρο 

Το άλλο, χωρίς να βιάζεται κλέβει κομμάτια μνήμης
ανέγγιχτα απ’ τα πάθη που κοιμότανε ο έρωτας
και με σωστή γραφή
μονογράφει κάτι μικρά νοήματα με φεγγάρια
Δεν ξέρω αν συμπληρώνει τον κίνδυνο που μηνούν 

Ένα σκυλί του χειμώνα τριγυρίζει στη γειτονιά 

Τα φανάρια γλείφουν βρώμικα χάμω
τ’ αυλάκια του μυαλού 

Τα φανάρια των νοικιασμένων ξενοδοχείων
που ράβεται ο έρωτας κατά το ήμισυ