Παλιά ορυχεία σιδήρου, τραβηγμένα με λοστούς
προς τα μέσα του κρανίου
συνεντευξιαζόμουν το περασμένο βράδυ
Μιλούσα με γρήγορη γλώσσα ουρλιαχτό
κι ένα κρύο προφητικό
στο φάντασμα του αποθνήσκοντος βουνού
Δεν κρυβόταν το τρύπιο αγορασμένο σε χοντρούς
φακέλους με μπόλικα λεφτά
ούτε και οι εργάτες
που έλιωσαν στους οργασμούς του βουνού
με δέκα δραχμές χρόνο
να εκραγεί το στόμα του
Το άνοιξαν απ’ το κεφάλι ως την υγρή καρδιά
οι φουκαράδες
με μόνο παραισθησιογόνο τη νικοτίνη του ανάπηρου
πατέρα
γύρω απ’ το μυαλό
Παραδίπλα οι δασωμένοι φύλακες -μέχρι την άκρη
της πόλης η αποσύνθεσή τους-
πουλούσαν τον ιδρώτα που κρυολογούσε
πάνω που στέγνωνε από σίδηρο η γη
Δέκα δραχμές η αυταπάτη των μεταλλωρύχων
δεκάδες οι στοές
που ο σιδερένιος βρυχηθμός του σκελετού τους, θάφτηκε
σκάβοντας μπάλες πολέμου
Αυτό είναι η ηλίθια ιστορία, σας λέω, του τρύπιου αιώνα για εργάτες

Έτσι θα κυλήσει τούτη η Άνοιξη







..και οι σταυροί να δίνουν
το φιλί
με θάνατο στο στόμα..

 

Ξύπνησε άσχημα τούτη η Άνοιξη
ακόμα και ο λύκος, ο διψασμένος για αίμα
με στόμα θαμπό γυρνάει να φύγει
απ’ τα κουφάρια που δε σπάραξαν τα σκυλιά
Κι ενώ τα ποδάρια του χάνονται απ’ το δικό μας καιρό
πολλά σκουλήκια μαζεύονται στο χώμα
τρίζουν τα χορτάρια
ένα μεγάλο δέντρο που το κρατάει ο ήλιος να μην πέσει
καθώς σημαίνει εσπερινός, από τις ρίζες χάνεται πεθαίνει
είδες πως βόγκηξε
σαν άνθρωπος περνά στη μνήμη

Και το φεγγάρι, που πύρωνε εδώ και χρόνια
τις φλέβες του νερού
στάζοντας έρωτα διψασμένο στα μάτια του ήλιου
βούλιαξε, κρύφτηκε του βυθού

 Κανείς απ’ τους σοφούς, που έμαθε τα λίγα γράμματα
να διηγιέται τις αλήθειες στα παιδιά
δεν τα λογάριασε για κίνδυνο, που φορτώνανε το δικό μας χώμα
με θάνατο από τα δόντια
κανείς δε μίλησε πιο χαμηλά δείχνοντας από ανατολή σε δύση
το φιλί που πρόδωσε όλα τα χείλια
μηδέ για τον ανομολόγητο φόβο
θεού, σαν σαΐτα τιναζόταν από την τελευταία προσευχή
φίδια, φαρμακερά ερπετά
μου φάγατε το θάνατο

Λίγοι αλλιώς τα δύσκολα θα λογαριάσουνε στη μνήμη
λίγοι αξομολόγητοι και ξομολογημένοι
χρόνια μετά θα αυλακώνουν καθαρά τις συνειδήσεις
με τη μεγάλη ταφή

Βάσταξε όσο μπορείς τούτη την Άνοιξη. Κι αν δε μπορείς
κι αν τύχει φλογισμένος να στριφογυρνάς
κοιτάζοντας κλειστά παράθυρα
-άραγε ο ήλιος ανεβαίνει ή λιγόστεψε από τον κάτω κόσμο-
τότε γύρεψε τη σφαίρα από το μάτι ενός λύκου
γύρεψε βρίζοντας σα σκύλος
στο θάνατο και στη ζωή