ΣΤΙΧΟΙ ΠΤΩΣΕΩΣ

Πάει καιρός που το σκότος ζώνει τους τόπους που βασιλεύει
το πρόσωπό σου Κύριέ μου
κι ο ήχος της καμπάνας δυστυχισμένος κλαίει τα δειλινά
ειδοποιώντας για το θάνατο
Πάει καιρός που αναπαράγει ένα κατάμαυρο νταν
ωσάν συστατικό της φωνής μας
Κύριέ μου, αστεία τάματα απομακρύνουν του μυστηρίου Σου
το δρόμο κι είναι πολύς καιρός
που μέσα στους ναούς κάτι σκοτεινό κι επικίνδυνο
απομακρύνει την αιωνιότητα
άλλοτε σαν ιερωμένος που χιλιομεθά από λαχτάρα
ντύνοντας το σώμα του με έμβλημα ηδυπαθές
άλλοτε σαν ένα σώμα του κόσμου
που χαρτοπαίζει με το διάβολο
Κύριε, δεν έχει καιρό για πίστη ο τόπος
δεν έχει αγάπη η ψυχή
Τι φρίκη συνωστίζεται στα σημεία του φωτός


Πάρε με Κύριέ μου, μη μ' αφήνεις
στη φοβερότερη κόλαση
μάταια να περιμένω σημεία φωτός


Και, προπαντός τις αναμνήσεις που πιάστηκα
στο μαύρο Κύριέ μου, κόψε
είναι μέσα μου, περπατούν το χτες, το αύριο
χωρίς προοπτική
Και η ψυχή, τι δράμα στα σπλαχνικά
να Στη δώσω μιαν ωραία Κυριακή
την καλή ώρα που σαν γαλάζιο ανοίγει το στήθος Σου


Είμαι ολομόναχη και λυπημένη Κύριέ μου
κοιτάζοντας τη θύρα τ' ουρανού
Κι ο ήλιος φωτιά στο τέλος
οι άκρες του στο τέλος φωτιά γεμίζουν
τη μνήμη μου όλη
Αν μ' ακούς Κύριε
κράτησε την ψυχή μου και είμαι χρόνια έτοιμη
μ' όλο το αίμα για το ταξίδι της επιστροφής

Σα μέλισσα να μείνω


Όσο με διατρέχουν οι μέλισσες
ο κύκλος δεν έχει εξαντληθεί
 
 
 
Οι μέλισσες ξαναγύρισαν
Ω, ναι. Σμήνη έρχονται πάλι από τα πριν και τα μετά
με μιαν έξαρση βομβίζουν
στις μέρες
στις νύχτες
μέχρι και στο σκληρό λιθάρι η ραχοκοκαλιά τους
εκκολάπτοντας κάποιο αίσθημα απόγνωσης
στα Έθνη
Ανοίγουν φτερά παντού
ως τον Άδη ελεύθερες και δυνατές ψάλλουν
να γίνουν αντιληπτές
ανάμεσα στα κούφια μνήματα
σύμβολα του θεού συγκινήσεις
Κύριε, τις μέλισσες παρακαλώ Κύριε
Τη μοίρα μου
Σα μέλισσα να μείνω του θανάτου
 
 
Αλλά οι μέλισσες ξαναγύρισαν
πολλές και ζευγαρώνουν
με το ψιλό μελάνι απ’ το μολύβι μου