Ζωγραφίζω το σπίτι στο τέλος του
Το πριν του, σχεδόν αδιάφορο στον οργασμό του πνεύματος
ορίζει την τρωτή μου φτέρνα
ή τη μακροζωία του
Ζωγραφίζω μια σκέψη, το χρώμα έως μέσα την αιτία
είναι σα να 'χω βγει απ' της αθανασίας μου το θάνατο
σε προϋπάντηση λεπτότητας της τέχνης
Δημιουργία γίνεται το σπίτι
άγγιξε το πρόσωπο
το είναι μου
ξαφνικά έχω στη θύμηση
απώλειες που έρχονται
Δεν παίζω πια παιγνίδια στο σπίτι μου
Με δυο μικρούτσικα χέρια εισχωρώ
στα γράμματα των νεκρών
Ένα ποίημα
ένας αναστεναγμός
και η βραχνάδα της φωνής μου
Ω δεν έχω αμφιβολία
Κανένας απ' τους ζωντανούς
δεν καταπιάνεται να γράψει ποιήματα
Μη με κοιτάζεις έτσι, που συνεχίζω να φοράω κίτρινο φουστάνι
μέσα μου. Που κολλάω το πρόσωπο ενός ξένου
στα σημεία που διαιωνίζεται το δέντρο. Ω ναι, το πρόσωπό σου είναι κάπως ξένο
για τα δυο μικρούλικα παιδιά μου. Υπάρχουν τέτοια παιδιά στον τρόπο
που φοράω το φουστάνι. Γι' αυτά μόχθησα πραγματικά
υπομένοντας τον άντρα π' ανάστησα και τη μητέρα που ευχόταν να έχει
ένα τσεκούρι να κόψει τον πατέρα. Μη με κοιτάς που δεσμεύω ένα θάνατο
απ' την παλάμη μου, αυτή τη λέξη εισχωρώ
στο σώμα, που να ξέρεις εσύ πως μια γυναίκα δε μπορεί να μείνει
πιστή στον άντρα, αν δε φτάσει ένα θάνατο στη φύση της
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)


