Απ' τη φωνή της κατρακύλησαν
τα μάτια του
σαν πεπρωμένο ποίησης
φλεγόμενης

 

Σε περίμενα. Καθώς ερχόταν η νύχτα
και τούτη η βροχή με τ’ ανοιχτά ραγίσματα
σε περίμενα άλλοτε ακίνητη στους ύπνους π’ ακούνε
την άλλη θάλασσα γυρεύοντας να θυμηθούν
άλλοτε δίπλα στο πιάνο σηκώνοντας ανεπαίσθητα
σκόνη, αλήθεια τόση σκόνη επίμονη
σαν σκιά αιχμηρή στην επιφάνεια του χρόνου
Το πρόσωπό σου δε φαινόταν
κι εγώ σε χρειαζόμουν
μόνο να ψιθυρίσεις στο σκοτάδι άγγιξέ με

Την άλλη άνοιξη


 
Αργοπορούμε, ω πόσο αργοπορούμε να φέρουμε τη μεγάλη άνοιξη
πλαγιάζοντας σε κάποια φλέβα αδυναμίας
που έχει συνηθίσει το μαύρο δέρμα της σύχρονης θλίψης
Αργοπορούμε πολύ, κάποιες φορές κατεβάζουμε ένα κενό
στοχασμών για να σκεπάσουμε το μάτι της αγρύπνιας
που ακόμα κοιτά τον ουρανό
και διαβάζει της λευτεριάς το ευαγγέλιο
Που σχεδόν προδομένη η τελευταία μας εξομολόγηση
πιστεύει από μόνη της στη μνήμη της άνοιξης 

 

Την άλλη άνοιξη, που δεν θα προφτάσουμε
να φορέσουμε ανάστημα ήλιου και θάλασσας
αργότερα πολύ, θα χτυπούν αδιάκοπα οι καμπάνες
Πολλές πράξεις θα έρχονται ακόμα απ' το σώμα μας
να ξεγελάσουν
να ξεγελαστούν
μα δε θα μπορέσουν να μιλήσουν
οι γωνίες τ' ουρανού θα ελευθερώσουν αλλιώς το φως
Κι όπως αυτό θ' ανεβαίνει και θ' αγγίζει το στήθος της ιστορίας
επιτέλους μια γριά γυναίκα
θα παραδέχεται πως βιάσαν την Ελλάδα
και τον ύπνο της ακόμα