ΩΣ ΤΗΝ ΠΕΡΑΣΜΕΝΗ ΑΝΟΙΞΗ


είναι το πρόσωπό σου
τόσο ραγισμένο…


Σαν να μην άκουσε τα διαστήματα
πάνω στο φουστάνι της, μ’ εκείνο το ακαθόριστο χρώμα
Η σκάλα που ανέβαινε να λυτρώσει φόβους
στο τρίτο σκαλί –εκείνο που τη γέννησε– τη σταύρωνε λιγόμερο μωρό
με δυο αδέρφια κι ένα μάρμαρο χωριάτικο να πεθάνει ταπεινά
και στο τελευταίο απρόβλεπτη στις παραχωρήσεις
Παλιά τα μετρούσε, στριφώνοντας τις άκρες τους μες στο φουστάνι της
σαν τους ραφτάδες που μετράνε και αναμετράνε
με μπόλικα ύψη τα πράματα και στο πλάτος ολόκληρη οδύσσεια
να κλαίουν μέσα τους οι γυναίκειοι κόρφοι
Πιο πίσω ερχόταν τ’ όνομα και πιο πίσω τα ξέφτια στην κοιλιά
που τ’ άφησε ανοιχτά για το ανέβασμα των τυφλών
Λεν πως τα μάτια της τ’ άρπαξε και τα ’χτισε δω
σε κάποια πολύ βαθιά στιγμή
που μόνο ο θεός την ξέρει
Σαν να μην άκουσε ούτε το χάος, που έπαιρνε κάθε φορά
ένα σκαλί από τούτο το λαχανιασμένο φουστάνι
και ξεπλήρωνε το παιγνίδι της αιωνιότητας
Τίποτα δεν άκουσε
Ούτε το στάρι που κόβανε στη γη
να ξεπληρώσουν το φουστάνι της

ΑΝΑΓΚΑΙΑ ΛΗΘΗ