ΤΗΣ ΠΡΟΦΗΤΕΙΑΣ

Ήταν ο ήλιος ακόμα μες τη φωτιά
-οι καμπύλες σου αλήθεια ρόδινες στο ένα φύλλο
που κοιμόσουνα
με την πυραχτωμένη άμμο, να γλιστρά άσεμνα
σ' αυτό εδώ το φύλλο
Να το 'χεις, ως την άκρα αθωότητα σμιλέψει
των ιάμβων, και υγρό μίσχο ποιήματος
στης θάλασσας την αναμονή
τι θαύμα, όταν δυνάμωνε το κύμα
ράντιζε το μέλλον οργασμούς
Έτσι, όπως νήστευες
τη γη
ολόγυμνη
Γυναίκα




Ω, πόσο ανυπεράσπιστη είσαι στη χλωρή φωτιά
που πιστά ακολουθεί την Προφητεία που κοιμάσαι
φορές κατεβαίνοντας στις πλαγιές των μηρών
και γεμάτος λαχτάρα να ζυγιάζει το φως
ως τα σπλάχνα των ερώτων
Κι όσο το λεπτό σώμα έδινε τη σάρκα του
στον ήλιο, τα δυο σφιγμένα δάχτυλά σου
ανεπαισθήτως έκτιζαν τείχη
πολλά έκτιζαν έξω στον κόσμο
που πλένει το σώμα του από το αίμα
των ιδεών
Τρομαχτικά όντα της στιγμής
που αδειάζουν από τα μυρωμένα άνθη της ελιάς
το Αόρατο
του Σύμπαντος




Ένας γέρικος ποιητής, ξεχορτιάραζε δυο μικρά κλαδιά
που λέρωναν το φόρεμά σου με σταυρό
και γύρω ερημιά στο μαύρο
Στάλαζε βεβαιότητες πολλές
στο φόβο του ανθρώπου
για την ευθύνη
πούναι ο θάνατος


Να ξαναστηλώνει τούτη τη φορά το αίμα
διαγώνια στα δάχτυλα
που φορούσαν τη μοίρα του αιώνιου, τη δική σου μοίρα
και τον Αρχάγγελο με το Χριστός Ανέστη


(από τη συλλογή: ΤΗΣ ΠΡΟΦΗΤΕΙΑΣ)