2008 μ.Χ. – ΑΘΗΝΑ

Ευτυχώς που ακόμα γεννιούνται
παιδιά ζωντανοί ποιητές
και γκρεμίζουν εμάς που χυδαία ποιούμε


 
Ο Μαέστρος έγραφε το χρονικό των αδύναμων ημερών
μεγαλώνοντας τον πόνο από ώρα σε ώρα
με ρέκβιεμ και μικρές ωδές
Όχι για τους απλούς ποιητές, που έσβησαν τριάντα τριών ετών
με βήματα αυτόχειρα
– εκείνοι πήγαν σε πρώιμο θάνατο, αξεχώριστα
ερμηνεύοντας το θάνατό τους
Παραδίπλα οι μπάτσοι μπήγουν στην άσφαλτο μια φυλακή
– μπορεί να εκραγεί ως τα κόκκινα τούβλα της
αν μετρήσω τα μουχλιασμένα νοήματα της τάξης
με ωριμότητα διαίσθησης

Ένα παιδί άγουρο ύστερα χτυπά της πέτρας την επιθυμία
παίζοντας με τους σπιούνους ως το κόκαλο
Τόσο αλλόκοτα ωραίο στην αρχή και μετά λύπη
αδυσώπητη, κρυμμένη στ’ αναπάντητα
Καημένο παιδί, αγανακτείς διδάσκοντας συνείδηση
στο τσιμέντο και στη μοναξιά της οδού Ακαδημίας!
Βίασε στο μυαλό τους την αιτία, καθώς πετά σκουριές
στ’ αγάλματα και σπάζει τα μικρά τους δαχτυλάκια
Δυο ολόξανθα άλογα τουλάχιστον
ακολουθούν και το παίρνουν αγκαλιά στα στενά και στις πλατείες

Όμως τώρα το παιδί ξετέλειωσε με τα χτυπήματα στα χάσματα
Ζωγραφίζει, αχ πως ζωγραφίζει με σωστή γραφή τίμιους πεθαμένους
να τυλίγουν σαν ένδυμα σφιχτά το ρέκβιεμ, τα χέρια
σε κανέναν και λίγο πιο ψηλά μέλισσες
Δεν έχουν μάτια, μόνο χείλη υγρά, που απειλούν
θαρραλέα το θεό
Η τελευταία μάλιστα ξεχώριζε απ’ το ρυθμό στα πόδια
Γυμνά χτυπούν τον αέρα, αλλάζοντας στα κεφάλια ψυχές
και στα μάρμαρα τις άγνοιες των αιμάτων

Αέρας δε φυσούσε να μείνει στενός ο δρόμος
κι οι μέλισσες, στο φόβο προσπερνώντας το θεό
με πήραν παιδί μαζί τους

ΒΙΒΛΙΟ: ΑΝΑΓΚΑΙΑ ΛΗΘΗ