Δε μίλησε κανείς. Έτσι άκουσα τα μάτια
που έταξες στη Ζοζέτ και στην ποίηση που με τρώει
κατάστηθα. Τάχα θα συναντηθούμε εκ βαθέων;
Ω της πίκρας και της μοναξιάς Γυναίκα! Ω δε με φτάνει
η ζωή μου
να μάθω για τη μοναξιά σου
και δεν αντέχω κλαίω, κλαίω την ποίηση σαν πρώτα


Δε μίλησε κανείς. Με το θεό και τα μάτια σου
ξελύνοντας τα τσακισμένα χέρια μου
Στο πάτωμα τα εκατό ποιήματα


Βουνά ορθώνονται ραγίζοντας το σπίτι
κι όλα, ακόμα και η τρώγλη της ψυχής μας
εκρήγνυται μέσα στους στίχους
Τότε θυμήθηκα τα λόγια:
Πρόσεξε τους ζητιάνους της μελαγχολίας
που αλυχτούν όραμα ποιητών


Έπειτα, πέταξε, πάει! Φώναξε κάποιος
ταχτοποιώντας τα εμβατήρια δυνατά
στο κοίλο του αέρα


Πέρα μακριά στον κάμπο
άλογα σήκωναν της δύναμής τους
την έρημο των πεπρωμένων


από τη συλλογή "ΤΗΣ ΠΡΟΦΗΤΕΙΑΣ"