Οσμή φωτιάς άρπαξε τον ενικό των καρπών
και το λίγο που φύσηξε του βάθους
σε παρέδωσε στο ποίημα
Ω πόσο αίμα! Δε χωρούσε των φλεβών
έπεσε έξω απ’ τις ρωγμές, μια νοσταλγία ανυπεράσπιστη
σηκώθηκε κείνες τις ώρες
σαν προσευχή τα αίματα κοντά σου
η πεταλούδα αντίκρυ περίσσευε
της μοναξιάς
ούτε που θέλησες τον έρωτα στα όρια του έρωτα
ο έρωτας
βαθύς
θρηνητικός
χύθηκε απ' το μελάνι
Απόψε ξέρει που πηγαίνει η σιγουριά του ποιήματος