Tεμαχίζομαι από στήθος αόμματη


Κατοικώ σ’ ένα διαιρεμένο μάτι
που δε με βλέπει πια μες στην κατήφεια που κρέμομαι
και πως δεν αντέχω να μη με βλέπει κάπως
που του χαρίζω δύο πόδια για την απουσία του θεού
που το βοηθώ να πιάνεται στο φευγαλέο μου κεφάλι
μετακινώντας το αίμα, δυο τρεις αβύσσους παραπέρα
Το αίμα δαγκώνει, ολημέρα δαγκώνει
τους λαβύρινθους των ματιών
-δεν έχω μάτια
τεμαχίζομαι από στήθος αόμματη