Έτσι κι αλλιώς ο τοίχος του σπιτιού δε μου ανήκει


..από τα σπλάχνα της γης
κόκκινο ανέβαινε το χώμα 
-το ίδιο απ΄ τα σπλάχνα της γυναίκας-
έσφιξα το κορμί στα δάχτυλα
όλη μέρα έσφιγγα
αλλά της μάνας τα χείλη μύριζαν βροχή



Χαράματα για όλους την εποχή εκείνη. Μέσα στα χρόνια
και στα τραίνα που έμαθα να μπαίνω 
Την εικόνα της μάνας πάνω στα χείλη
και το φεγγάρι παντού στην αυλή
Στο σπίτι πια δε μπαίνει το φεγγάρι 
η πόρτα ξύλινη κλειστή, και ο πατέρας απ' έξω με το σταυρό
να σπάει πάγους με το στόμα
Αυτό το πάγωμα δεν το ξεχνώ. Έμαθα πως οι νεκροί 
ξαναγυρίζουν τους χειμώνες και κάνουν προσευχή
Για μένα μην προσευχηθείς, ουρλιάζω
μήτε της μάνας να προσευχηθείς
βλέπω μιαν άρρωστη μάνα να κλαίει 
όχι, δεν είναι δική μου η μάνα 
Μήτε τα χέρια της γνωρίζω
μήτε και το βασανισμένο στόμα
Έτσι κι αλλιώς ο τοίχος του σπιτιού δε μου ανήκει