"ΣΤΙΓΜΕΣ" ΔΗΜΗΤΡΗΣ Α. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ

 
 
Τούτα τα λόγια που 'πεσαν σαν ψιχάλα
 

Ω μακρινή πνοή
ατέλειωτοι είναι οι τόποι σου
απέραντα τα λιβάδια τους
κι από μεγάλες γαλάζιες πηγές
οι δρόμοι που γύρεψες το ακατοίκητο σώμα της

Ω μακρινή πνοή
δείξε μου την παράκτια πολιτεία των άστρων
το μέρος δος μου που κείτεται άδεια η πανοπλία
τον ανήσυχο ύπνο του σπαθιού
να δρέψει η σθεναρή παλάμη μου
ότι εγώ θα κόψω το σχοινί
εγώ θα λύσω τα πανιά
κι ο καπιτάνιος πάλι εγώ
στο ταξίδι αυτό του όλεθρου και του θριάμβου
της γέννησης και του θανάτου 

Ω μακρινή πνοή
που είδες τη λόγχη του κυπαρισσιού
να φεύγει σαν τον κλέφτη απ' την καρδιά του άστρου
και είδες το άστρο να οδεύει με οδύνη στην απελπισία
και την πληγή του είδες
να σβήνει κάποια θάλασσα 

Τα σκουριασμένα φύλλα του φθινοπώρου
δεν θα ιδεί ξανά
στις φυλλωσιές τ' Απρίλη
πάλι δεν θα ξενυχτήσει
Αύριο θα είναι ένα καινούργιο κύμα
που θα το πάει ο αέρας μακριά
πέρα από τα κόκκινα τα σύννεφα 

Θρηνείτε ω άνθρωποι τα σβησμένα άστρα
και τα εγκαταλειμμένα κύματα
στις αμμουδιές τ' αγέρα 

Ω μακρινή πνοή
που πήρες τη μορφή της
π' ανατέλλει πέρα από τα κόκκινα τα σύννεφα
κι έχει μια αυλή σπαρμένη άστρα
μες στην ποδιά της λίγα σύννεφα
κι είναι μέσα στη σκέψη και στα μάτια των ερωτευμένων
έχει το βλέμμα του περιπλανώμενου
και πάνω στο κορμί της τις πληγές
απ' τις πατημασιές τ' ανθρώπου 

Έτσι διαβαίνει τα λιβάδια και δρασκελάει τους ποταμούς
και είναι πάνω απ' τις βουνοκορφές
απ' τους καπνούς της θάλασσας
κι απ' την κραυγή του λύκου π' αλυχτάει
τούτα τα λόγια που 'πεσαν σαν την ψιχάλα
απ' το μελάνι στο χαρτί 

Ότι είδα κι ότι βλέπω
όλα τα θαύμασα, όλα τα τίμησα και όλα τα δοξάζω
και λέω πως είναι στίχοι τα βουνά
πως είν’ τα δέντρα άγιοι
πως είν’ οι άνθρωποι θεοί 

Υμνείτε ω μυροφόρα άνθη
τ' άνθη της ποίησης
και τα μεγάλα απλωμένα φτερά του αητού
που φέρνουν γύρους πάνω στον κύκλο του ήλιου
που όλο κοιτάς
όλο κοιτάς
κοιτάς
ν' απομακρύνεται