Είναι τόσο ήσυχα πάνω. Όχι στον ουρανό

στο χέρι σου που άφησα να ζεσταθεί

– τρέμοντας λιάζεται στην ανοιγμένη φλέβα του

μα δεν πονά, ας το ζώνουν δυο φόβοι στο αίμα κλεισμένοι

Μόνο όταν βραδιάζει σιωπή, το βρίσκω

να μεγαλώνει φωτιά

και στην άλλη γέλιο κανονικό για να μπορούν

να κοιμηθούν παιδιά

Θα σ’ άφηνα και δυο σταγόνες νερό

– όσο να ’ναι από τη μία άκρη ως την άλλη τ’ ουρανού διψάς

όλες οι πυρκαγιές διψούν –

αλλά μαζί μ’ εσένα κι εγώ το κλάμα μου έχω χάσει

 

Ποιός ζει λοιπόν

για τα παιδιά στη γη της Παλαιστίνης;


ΒΙΒΛΙΟ : ΑΝΑΓΚΑΙΑ ΛΗΘΗ