ΚΑΘΩΣ Η ΠΟΛΗ ΠΕΘΑΙΝΕ ΤΗΣ ΠΕΙΝΑΣ


 

Τίποτα δεν προοιώνιζε το αύριο
όσο εκείνο το τρελό φεγγάρι
που ύψωνε ορίζοντα βαθύ και μοβ
Το φεγγάρι των αποστάσεων!
Θεέ μου, που είναι οι μεγάλοι δρόμοι
να νηστέψει η ψυχή;
 

 

Ο αέρας επέτρεπε να πεινούν τα βουνά
(εδώ τρυπώνουν τα έντομα, μυριάδες αποκεφαλίστηκαν
από το χιόνι των κορυφών)
Οι άνθρωποι πεινούν
θερίζουν πια πουλιά με τις μασχάλες τους
στα μάγουλα των παιδιών η εξέγερση 

Ξυπνώ με τέσσερα μαχαίρια
στο ένα χέρι και στο άλλο 

Ήταν η πιο μεγάλη πείνα
Σαν πάτησε εκατομμύρια, μα εκατομμύρια
ρίζες μες στο στόμα και στα λόγια μας
Φορέθηκε από το χιόνι κορυφών
μήτε απλή, μήτε διπλή
Το κρύο που θα γίνει αύριο στ’ όνομα των παιδιών της γης
που θα μας δένει χέρια κάποια μέρα
σαν θα σηκώνουμε ταφόπετρες
αφθόνια περιττώματα χιονιού
θα τραυματίζουν του νερού τις χλόες

Μια γυναίκα σε απαράλλαχτη γυναίκα
σκάβει το χιόνι
που μας γερνάει ανυπόφορα
Παθιάζεται σε μια στιγμή
και το μαντρώνει μες τα μάτια της 

Σπάει το συσσωρευμένο χιόνι
διεισδύει στο μυαλό του, το συντρίβει και εκτός μνήμης
Σαν πρόκληση νερού

Σφίγγοντας το λαιμό, εκσφενδονίζουμε άφθονη τέφρα
που μας περιέχει
σκοτώνουμε τη γυναίκα
 

Τα κουρέλια της σχεδόν ιδεογράμματα
-από τη ζώνη της μεγαλώναν ρίζες τραγικές-
και στο μάκρος ένα ταξίδι ανώφελο από τη γη 

Έπειτα τα χέρια της, 
που καρτερούν
η μοναξιά
η σιωπή
θεριά σκεπασμένα με σώμα
μπροστά μας εκτελέστηκαν
για να τραφεί της μάνας της το γάλα

καθώς η πόλη πέθαινε της πείνας
 
 

(από το βιβλίο: ΑΝ ΕΙΣΑΙ ΛΕΞΗ)