Την άλλη άνοιξη


 
Αργοπορούμε, ω πόσο αργοπορούμε να φέρουμε τη μεγάλη άνοιξη
πλαγιάζοντας σε κάποια φλέβα αδυναμίας
που έχει συνηθίσει το μαύρο δέρμα της σύχρονης θλίψης
Αργοπορούμε πολύ, κάποιες φορές κατεβάζουμε ένα κενό
στοχασμών για να σκεπάσουμε το μάτι της αγρύπνιας
που ακόμα κοιτά τον ουρανό
και διαβάζει της λευτεριάς το ευαγγέλιο
Που σχεδόν προδομένη η τελευταία μας εξομολόγηση
πιστεύει από μόνη της στη μνήμη της άνοιξης 

 

Την άλλη άνοιξη, που δεν θα προφτάσουμε
να φορέσουμε ανάστημα ήλιου και θάλασσας
αργότερα πολύ, θα χτυπούν αδιάκοπα οι καμπάνες
Πολλές πράξεις θα έρχονται ακόμα απ' το σώμα μας
να ξεγελάσουν
να ξεγελαστούν
μα δε θα μπορέσουν να μιλήσουν
οι γωνίες τ' ουρανού θα ελευθερώσουν αλλιώς το φως
Κι όπως αυτό θ' ανεβαίνει και θ' αγγίζει το στήθος της ιστορίας
επιτέλους μια γριά γυναίκα
θα παραδέχεται πως βιάσαν την Ελλάδα
και τον ύπνο της ακόμα