Απ' τη φωνή της κατρακύλησαν
τα μάτια του
σαν πεπρωμένο ποίησης
φλεγόμενης

 

Σε περίμενα. Καθώς ερχόταν η νύχτα
και τούτη η βροχή με τ’ ανοιχτά ραγίσματα
σε περίμενα άλλοτε ακίνητη στους ύπνους π’ ακούνε
την άλλη θάλασσα γυρεύοντας να θυμηθούν
άλλοτε δίπλα στο πιάνο σηκώνοντας ανεπαίσθητα
σκόνη, αλήθεια τόση σκόνη επίμονη
σαν σκιά αιχμηρή στην επιφάνεια του χρόνου
Το πρόσωπό σου δε φαινόταν
κι εγώ σε χρειαζόμουν
μόνο να ψιθυρίσεις στο σκοτάδι άγγιξέ με