'Οταν κατά το βράδυ, είπε τ' όνομά του
κατάλαβε κάποιον νεκρό αόρατο
να παίζει πάνω απ' τον κρεβάτι του
Τότε είδε και το μαύρο φέρετρο που σχημάτιζαν
τα ετοιμόροπα πόδια του κρεβατιού πίσω από τις σκόνες
Μ' όλο που δεν ήθελε πάνω από χρόνο να γερνάει τη σκέψη
κρεμασμένη στο κρεβάτι
τον έπνιγε σα βυθός τον τελευταίο καιρό
τον έπνιγαν κι οι φίλοι με τα μάτια ψαριών
που δε θέλησαν να δώσουν ένα ενθουσιασμό ακόμη
εκείνος μες στην τσάντα του κρατούσε όλα τα ποιήματά τους
ίσως και να τα πήρε με τις φιλοδοξίες τους
στον άλλο κόσμο
όχι τόσο για το θόρυβο που έκαναν
έτσι ήσυχος ολότελα να τα γδύσει ένα ένα
Αργότερα θα τα επέστρεφε γυμνά
στο δύσκαμπτο λαιμό τους
Κατά το βράδυ άρχισε να κλαίει κι ο Ρήγας
εκεί στη γωνιά της Ινάχου
την ώρα που 'κλείναν αδιάφορα τα σπίτια τους οι φίλοι

*Κλειστοί οι δρόμοι
από αρματωμένους με μαύρες φορεσιές.
Το αίμα φτάνει στο στόμα
Και η μαχαιριά βαθειά στα πλευρά
ψάχνει να βρει το λόγο.



*στίχοι του Γιάννη Ρηγόπουλου