για τον Γ.Ρ.




Από μακριά κοιτούσε τη θάλασσα
άφησέ με να βγω από το τσακισμένο παράθυρο
φώναζε
τι να του κάνει
στη γωνιά του δωματίου η καρέκλα
ταλαντευόταν σαν κύμα
μέσα στο κρανίο του
Βαρύ βαρύ το ανέβασμα
πρόσεξε
μην πέσεις
Άσε με να ξεθάψω τον έφηβο
με το σπαραχτικό μουγκανητό
εντός
φώναζε
φώναζε
Μονάχα που δεν ξέρω πώς
Ο  άπιστος
σαν το βυθό της θάλασσας πνίγει τα γόνατά του

 

Τάχα αυτός με το τρυπημένο τσιγάρο
είναι που καίει μονάχος του το σούρουπο
στο σπίτι;
Μήτε η πέτρα του δαχτυλιδιού του
θα μείνει ανάμεσα στα κόκκαλα

 

Η πέτρα μαύρη, εντελώς
κατάμαυρη
τον έσφιγγε στο κρανίο
η άλλη
σαν παιδί σκοτωμένο στην παλάμη του
άνοιγε τρύπες
Ότι θα τολμούσε ο ίδιος
χωρίς κανενός ανάγκη
να τις σωπάσει σε τούτο το καλοκαίρι
απίστευτο