Έπειτα σχεδιάσαμε το πρόσωπο του όμβρου


 
Η βροχή λυσσομανούσε στον ορίζοντα
κατρακυλώντας σαν δυστυχία
επί γης
με τη φωτιά που κάποτε ζωγραφίζαμε
το αίμα του θανάτου
Όμβρος που ’σβηνε τη γνώση και την αγνωσία
είδαμε τη γνώση να βουλιάζει
ούτε κι ο άνεμος
να τη θυμάται
Τόση και τόση νεροποντή βαριά σκορπίστηκε
στην κόχη του καιρού
κι έπειτα μια βροντή αστραπιαία
-όπως ο φόβος τρεμοπαίζει στα ματόκλαδα-
αναστάτωσε των φύλλων το στροβίλισμα
Κάποιος σηκώθηκε, αφήνοντας τα χέρια του
να θρέψουν τους αφρούς που ’σμιγαν με τη θάλασσα
Μεταμορφώθηκε δρόμος
που περπατούν οι πεθαμένοι
Να τον, το κρανίο του
φωσφορίζοντας ανατείνεται στην αρτηρία του αόρατου
Άντρας είναι;
Γυναίκα είναι;
Το γένος του πικρό ξεχειλάει μια μοίρα
χωρίς ούτε μητρότητα
ούτε πατρότητα

Όταν τέλειωσε το νερό
δεν είχε νόημα να πέσει δάκρυ

Η ζωή γύρευε απέραντη τη σιωπή για να ξεχάσει