Περίπου πιο ψηλά απ' το ελάχιστο της ζωής



Ακούγαμε τη θάλασσα στο σκουριασμένο χερούλι της αυλής
με τη μεγάλη πινακίδα που έγραφε
"οδός ανθρώπου"
την ακούγαμε απ' την αρχή της ζωής μας
και ήταν σαν να γύρευε ένα στόμα
που μυρίζει βαθιά του ήχο μικρού λυγμού
μια ιδρωμένη κοιλιά μόνη της
ή με παιδιά, να ξεπλύνει
Τα γυμνά μας πόδια χοντρά, με άγριες τρίχες
μετέφεραν υπάρχοντα, ολόκληρα βουνά στην ταράτσα
σωθήκαμε φώναζαν
σκέψου περνούσαν πάνω απ' τα μέσα μας
έτρεχαν για αθανασία

Κι η θάλασσα να μη θέλει να σωπάσει
ανέβαινε σαν μήτρα τους τοίχους
βουλιάζοντας σώματα από εγγόνια και δισέγγονα
που έγνεθε η γλώσσα των γυναικών
Μιμήθηκε την ηχώ της
με τη σίγουρη φυσαλίδα που ανιχνεύει το θάνατο
 
Καταλαβαίνεις έρχονταν αλάτι
και νερό
δρεπανηφόρα
θέριζαν τα νεανικά ηλιοτρόπια σαν Συμπληγάδες
πηδώντας πάνω από την αίσθηση του ύψους
που σκαρφαλώναμε

εγώ, μια γυναίκα σταυρωμένη απ’ τις πολλές ρυτίδες
κρεμούσα τη δύναμή μου στις φτερούγες αετών
τη σήκωσα περίπου πιο ψηλά απ' το ελάχιστο της ζωής
να μείνει εκεί σαν σκέψη αινιγματική
να πιαστεί μια ανάγκη
μια αναπνοή