Μαζεύανε τα 'λάφια
στα κοκκινόμαυρα βράχια με την κατάκλειστη πορτούλα

-η φωτιά πάνω απ' το θάνατο επέμενε
διαδοχικά στα πόδια τους
στα δάχτυλά μας
τόσο απροστάτευτα τα 'λάφια
τόσο οργισμένο το κεφάλι του φεγγαριού στις ζεσταμένες πέτρες


Μαύρη η νύχτα, πιότερο μαύρη στα μικρά χέρια
γατζωμένα χέρια σε τούτα τα βράχια
ένα άνοιγμα να ξεκολλήσει, φώναζαν, στην κατάκλειστη
καμπύλη της θάλασσας

ένα άνοιγμα να πέσει στα πόδια
τίποτε άλλο

Κόκκαλα παντού σκορπισμένα στο χώμα
σα να φορούσαν κατευθείαν το μαύρο χιτώνα
μακρύ

του Άδη
Και το δέντρο,  αυτό το μεγάλο δέντρο
που μύριζε επίπλαστη αιωνιότητα
πολύ πριν ο καπνός αφήσει υπόνοια σχεδιασμένης ματαιότητας
χαμήλωνε κλαδιά στη λεπτή υγρασία της θάλασσας
ψάχνοντας μάταια το δρόμο του κινδύνου


- άχνιζε η πυρκαγιά απτόητη πέρα στον ορίζοντα
η λάμψη της φωτιάς σα χειροβομβίδα τρεχάμενη
έσφαξε το δέντρο
τα ύδατα
α, τι φριχτά ύδατα ενωτίστηκαν τ' αλύχτημα του σκύλου

συλλογιέμαι τα πουλιά που δε βρήκαν ρυθμό
να γελάσουν το περπάτημα του θάνατου

συλλογίζομαι τα παιδιά
αχ, παιδιά ολούθε
μαζί με τα  πουλιά μαύροι σταυροί στο χώμα





(πηγή φωτογραφίας  https://sputniknews.gr/images/51/11/511114.jpg)