Βράδυ καλοκαιριού. Κάπου εκεί στα παράθυρα του σπιτιού
ξεχασμένη αργοσαλεύει η μνήμη
την ώρα που οι κεντημένες κουρτίνες στάζουν στο πάτωμα
ντυμένη γυμνότητα
Σκυφτοί όλοι, δίχως καθόλου προαίσθημα, δίχως ένα κάθετο ποτάμι
για τα πόδια των παιδιών
που ανήκουν στο μέλλον
φυτεύουν ως μέσα των πραγμάτων
κοπάδια υπηκόων
Αντρες, γυναίκες, που έχουν κόψει πριν από λίγο τα χέρια τους
με λιγδιασμένες υποσχέσεις
που κάποιος πονηρά αντανακλούσε στα παράθυρα
Μα πιο πολύ που αντανακλούσε των ψιθύρων, μνήμη δεμένη
με σπάγκους από θάνατο
Βράδυ καλοκαιριού. Κάπου εκεί στο παράθυρο του σπιτιού
ένα μεγάλο κομμάτι σπάγγου
έτριζε
μαύρο
πηχτό
στον πρώτο ήλιο των παιδιών
Καταμεσής της κάμαρης κοπάδια πτώματα που έσπειρε
το μαύρο