Παλιά ορυχεία σιδήρου, τραβηγμένα με λοστούς
προς τα μέσα του κρανίου
συνεντευξιαζόμουν το περασμένο βράδυ
Μιλούσα με γρήγορη γλώσσα ουρλιαχτό
κι ένα κρύο προφητικό
στο φάντασμα του αποθνήσκοντος βουνού
Δεν κρυβόταν το τρύπιο αγορασμένο σε χοντρούς
φακέλους με μπόλικα λεφτά
ούτε και οι εργάτες
που έλιωσαν στους οργασμούς του βουνού
με δέκα δραχμές χρόνο
να εκραγεί το στόμα του
Το άνοιξαν απ’ το κεφάλι ως την υγρή καρδιά
οι φουκαράδες
με μόνο παραισθησιογόνο τη νικοτίνη του ανάπηρου
πατέρα
γύρω απ’ το μυαλό
Παραδίπλα οι δασωμένοι φύλακες -μέχρι την άκρη
της πόλης η αποσύνθεσή τους-
πουλούσαν τον ιδρώτα που κρυολογούσε
πάνω που στέγνωνε από σίδηρο η γη
Δέκα δραχμές η αυταπάτη των μεταλλωρύχων
δεκάδες οι στοές
που ο σιδερένιος βρυχηθμός του σκελετού τους, θάφτηκε
σκάβοντας μπάλες πολέμου
Αυτό είναι η ηλίθια ιστορία, σας λέω, του τρύπιου αιώνα για εργάτες